Νέα για τον Πύργο,την Ηλεία,την Πελοπόννησο,τον κόσμο όλο!
ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ:
Αρχική σαλούφα

σαλούφα

1. σαλούφα

Το ξεστομίζουμε επίσης στα πλαίσια μιας λεκτικής αντιπαράθεσης, με μια ευτραφή γυναίκα, σαν τη τελευταία μας λέξη πριν τη λήξη και την υποχώρησή μας από το πεδίο μάχης.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

Ίσα μωρή σαλούφα που μου θες και άντρα…

  •  εμφάνιση
  •  ΦΟΡΤΙΣΗ: σεξιστικό
  •  ΦΟΡΤΙΣΗ: βρισιά
  •  χαρακτηρισμός προσώπου

2. σαλούφα

Η υπερβολικά άσχημη, αντιαισθητική και συνήθως υπέρβαρη γυναίκα.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

– Τι έγινε ρε, βγήκες τελικά με το γκομενάκι;
– Γάμησέ τα Μάκη, ήττα μεγάλη, μιλάμε για τρελή σαλούφα η γκόμενα…

slang.gr

Σχολιασμός

Κοινοποιήστε το: